Η Κλινική εφαρμογή του Οπίου και της Κοκαίνης

 

Παράληλα από την απομόνωση της κοκαίνης από τα φύλλα του φυτού Erythroxylon Coca το 1859 υπήρξε μια φοβερή έξαρση της συγκεκριμένης διαδόσης της  ουσίας.

Η κλινική χρήση της κοκαίνης έγινε πραγματικότητα από δύο νεαρούς Βιεννέζους γιατρούς τον Sigmund Freud και τον Karl Koller. Ο Koller γρήγορα εκτίμησε ότι οι αναισθητικές ιδιότητες της κοκαίνης είχαν μεγάλη πρακτική σημασία και συνέστησαν την χρήση της ως τοπικό αναισθητικό φαρμακό στην οφθαμολογία.

Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο R. J. Hall το 1884 εισήγαγε την τοπική αναισθησία στην ανακοίνωση της διαπίστωσης του ότι η κοκαίνη μπορεί να αποκλείσει την μεταβίβαση της διέργεσης κατά μήκος του νεύρου , θεμελίωσε την αναισθησία του νευρικού αποκλεισμού στην χειρουργική.

Το 1884 Sigmund Freud δημοσίευσε το έργο του Uber Coca, όπου εγκωμιάζει την γνωστού αναψυκτικού Coca – cola, που ξεκίνησε ως καταπραυντικό για το στομάχι και τονωτικό ποτό. Μετά την απαγόρευση της από τις Αρχές το 1903, αντικαταστάθηκε από την καφείνη, άλλο ένα εξαιρέτικο εθιστικό ναρκωτικό. Ωστόσο, το όνομα του ποτού δεν άλλαξε σε cafe cola , διότι ο δικαστής αποφάνθηκε ότι η Coca Cola είχε ήδη περάσει στη συνείδηση του κόσμου ως σήμα κατατεθέν.

Κατά τον 20 αιώνα παρατηρείται μια εκρηκτική αύξηση των ψυχότροπων ουσιών, οι οποίες συνεχώς ανανεώνονταν και δοκιμάζονταν στη κλινική πράξη στην αρχή ως πειραματικά και στη συνέχεια ως θεραπευτικά φάρμακα διαφόρων παθήσεων. Το βαρβιτουρικό, το Veronal το οποίο υπήρξε ο πρώτος εκπρόσωπος μια κατηγορία ουσιών που έμελε να προκαλέσει μεγάλα προβλήματα εξάρτησης και να συνδεθεί με πλήθος θανάτων.

Τα προβλήματα του εθισμού αναγνωρίσθηκαν σταδιακά. Νόμικα μέτρα κατά της κατάχρησης ναρκωτικών στις Ηνωμένες Πολιτείες καθιερώθηκαν για πρώτη φορά το 1875, όταν κρησφύγετα του οπίου ήταν εκτός νόμου στο Σαν Φρανσίσκο.

Το πρώτο εθνικό δίκαιο για τα ναρκώτικα ήταν το «Pure Food and Drug Act» του 1906, σύμφωνα με το οποίο απατείται η ορθή επισήμανση των φαρμάκων ευρεσιτεχνίας που περιέχουν όπιο και ορισμένα άλλα φάρμακα. Το 1914 με νόμο απαγορεύτηκε η πώληση σημαντικών δόσεων οπιούχων ή κοκάινης, εκτός από την άδεια προς τους γιατρούς και τα φαρμακεία. Αργότερα η ηρωίνη ήταν απολύτως απαγορευμένη. Μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανώτατου δικαστηρίου κατέστησαν παράνομη και για τους γιατρούς την χορήγηση ηρωίνης. Το γενικότερο πνεύμα εγκράτειας οδήγησε στην απαγόρευση του αλκοόλ από τη δέκατη ογδόη τροπολογία του Συντάγματος το 1919. άλλα η απαγόρευση καταργήθηκε το 1933.

Έκτοτε μέχρι και σήμερα, οι ουσίες, νόμιμες και παράνομες, με διαφορετικές εξάρσεις κάθε εποχή, αποτέλεσαν και αποτελούν μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα.